αμφιταλαντεύομαι


αμφιταλαντεύομαι
[амфиталацдэвомэ] р. быть в нерешительности, колебаться,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αμφιταλαντεύομαι" в других словарях:

  • αμφιταλαντεύομαι — αμφιταλαντεύομαι, αμφιταλαντεύτηκα και αμφιταλαντεύθηκα βλ. πίν. 20 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αμφιταλαντεύομαι — θηκα, διστάζω, είμαι αναποφάσιστος: Αμφιταλαντεύομαι αν πρέπει να παραιτηθώ ή όχι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμφιταλαντεύομαι — (Μ ἀμφιταλαντεύω) νεοελλ. σκέπτομαι αν πρέπει να κάνω κάτι ή όχι, διστάζω, είμαι αναποφάσιστος μσν. σταθμίζω κάτι σε τρόπο ώστε να κλίνει εξίσου και στις δύο πλευρές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + ταλαντεύομαι. ΠΑΡ. νεοελλ. αμφιταλάντευση] …   Dictionary of Greek

  • αμφιβάλλω — (Α ἀμφιβάλλω) 1. έχω αμφιβολία, δισταγμό, δεν είμαι βέβαιος για κάτι, αμφιταλαντεύομαι 2. αμφισβητώ, διστάζω να πιστέψω κάτι αρχ. (στον Όμ. συνήθ. σε τμήση) Ι. ενεργ. περιβάλλω, ρίχνω ή εναποθέτω κάτι γύρω από κάποιον ή κάτι 1. (για ρούχα) ντύνω… …   Dictionary of Greek

  • άημι — ἄημι (Α) Ι ενεργ. 1. (κυρίως για ανέμους) φυσώ, πνέω 2. αναπνέω, εισπνέω παθ. ἄημαι 1. χτυπιέμαι, δέρνομαι ή καταβάλλομαι από τον άνεμο 2. (για ήχους) μεταφέρομαι, διαδίδομαι με τον αέρα 3. αμφιταλαντεύομαι, φέρομαι εδώ κι εκεί από αμφιβολία ή… …   Dictionary of Greek

  • αιωρώ — ( έω) (Α αἰωρῶ) (Ν συνήθως στη μέση φωνή) Ι. ενεργ. υψώνω και κρατώ στον αέρα, κρατώ ή κινώ κάτι μετέωρο, μετεωρίζω ΙΙ. μέσ. 1. είμαι μετέωρος, κρέμομαι στον αέρα, ταλαντεύομαι 2. πετώ, περιφέρομαι, κυκλοφορώ, πλανιέμαι 3. (για τα πτηνά)… …   Dictionary of Greek

  • αμφ(ι)- — Γλωσσ. α συνθετικό λέξεων τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής καθώς και επιστημονικών όρων, με μεγάλη παραγωγικότητα. Προέρχεται από την αρχαία λέξη ἀμφί, που λειτουργεί ως πρόθεση και επίρρημα. Κατά τη σύνθεση, το τελικό φωνήεν ι άλλοτε… …   Dictionary of Greek

  • αμφιγνωμονώ — ἀμφιγνωμονῶ ( έω) (Α) βρίσκομαι σε αβεβαιότητα, δεν μπορώ να αποφασίσω, αμφιταλαντεύομαι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + γνωμονῶ < γνώμων] …   Dictionary of Greek

  • αμφιρρέπω — γέρνω από δω κι από κει, αμφιταλαντεύομαι, διστάζω να αποφασίσω. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἀμφι * + ρέπω. ΠΑΡ. νεοελλ. αμφιρρέπεια. Η λ. απαντά για πρώτη φορά στον Ιω. Σκυλίτση] …   Dictionary of Greek

  • αμφιταλάντευση — η [αμφιταλαντεύομαι] αναποφασιστικότητα, διστακτικότητα, αμφιβολία …   Dictionary of Greek